Monday, April 29, 2013

Tourism on air!!


Την στιγμή που όλοι αγωνιούν για το μέλλον της χώρας, για την παραμονή μας ή όχι στο ευρώ, για το αν θα πτωχεύσουμε ή όχι, για το αν θα τηρήσουμε το μνημόνιο ή όχι και όλοι κρατάνε την αναπνοή τους για την επόμενη κίνηση, ο τουρισμός βρίσκεται και αυτός “στον αέρα”. Η χώρα βρίσκεται σε μία φρενήρη κατάσταση υποθέσεων, όπου κανείς αυτή την στιγμή δεν μπορεί να θεωρήσει τίποτα ως δεδομένο. O τουρισμός μας πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα στρατηγικού σχεδιασμού, προβολής και αντιμετώπισης κρίσεων. Αυτή την στιγμή αντιμετωπίζουμε μία πολύ μεγάλη κρίση και αν δεχτούμε ότι ο τουρισμός αποτελεί την "βαριά μας βιομηχανία", θα έπρεπε να υπάρχει μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων. Μέσα σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα και τα προβλήματα που "βλέπουν" οι τουρίστες από την ελληνική κρίση, όπως είναι τα κλειστά λιμάνια, οι απεργίες των ταξί, των ναυτεργατών και των μέσων μαζικής μεταφοράς, οι διαδηλώσεις και η εγκληματικότητα, στα οποία πρόσφατα έχει προστεθεί και η πιθανότητα της πτώχευσης και της επιστροφής στην δραχμή, είναι φυσικό να υπάρχει ένας σκεπτικισμός για το κατά πόσον αυτοί που είχαν αποφασίσει να επισκεφτούν την χώρα μας θα το κάνουν και κατά πόσον αυτοί που έζησαν όλη αυτή την ταλαιπωρία θα θελήσουν να το διακινδυνέψουν ξανά. Από την άλλη μεριά, δε μπορείς να ζητήσεις ή να απαιτήσεις από ανθρώπους που διεκδικούν τα δικαιώματά τους να σιωπήσουν και να μην τα διεκδικήσουν, ούτε και μπορείς να τους υποδείξεις τον τρόπο με τον οποίο θα τα διεκδικήσουν. Καθώς όπως αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις, αν δεν τεθούν με κάποιο τρόπο “εκβιαστικά” διλήμματα, αποφάσεις δεν παίρνονται. Αν δεχτούμε λοιπόν την κατάσταση αυτή για την παρούσα φάση στην χώρα μας ως δεδομένη, μένει να αναρωτηθούμε για όλους αυτούς που εμπλέκονται στον τουρισμό με τον οποιονδήποτε τρόπο, από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω, πώς μπορεί η χώρα να διαχειριστεί αυτή την έκρυθμη κατάσταση.
Τα δεδομένα που έχουμε αυτή την στιγμή δεν είναι πολύ αισιόδοξα. Καμία ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής δεν έχει επενδύσει στον τουρισμό όπως θα έπρεπε, δεδομένης της μεγάλης συμβολής του και στην περιφερειακή ανάπτυξη και στην απασχόληση. Με το να μετονομάζεται συνεχώς η εποπτεύουσα αρχή και κατά συνέπεια να αλλάζουν συνεχώς και οι υπουργοί και δυστυχώς και η τουριστική πολιτική, δημιουργείται μία κατάσταση ασταθής, με σοβαρότερο αποτέλεσμα όλων, η χώρα να μην έχει και να μην μπορεί να προβάλει μία ενιαία ταυτότητα και μία ενιαία εικόνα. Παρόλα αυτά βέβαια, τόσα χρόνια καταφέρναμε να έχουμε και τουρίστες και κρατήσεις. Ίσως όχι όσο θα θέλαμε αλλά σε ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο.
Αυτή την έκτακτη στιγμή πριν από όλα τα άλλα που αφορούν την τουριστική ανάπτυξη της χώρας μας, το πιο σημαντικό είναι να υπάρχουν σταθερές δομές, στρατηγική, στοχευμένη προβολή και διαχείριση κρίσεων. Μπορεί για παράδειγμα να γίνονται κάθε εβδομάδα απεργίες, αλλά το κράτος θα πρέπει να φροντίσει να μην δίνεται μόνο αυτή η εικόνα της τουριστικής Ελλάδας προς τα έξω. Δεν πρέπει να περιμένουμε πάντα ότι κάποιος άλλος θα μας σώσει. Τελευταία βλέπουμε κάποιες κινήσεις, ιδιαίτερα συγκινητικές από τουριστικούς φορείς και ομάδες της ελληνικής ομογένειας στην Αμερική, στην Αυστραλία, την Αυστρία, τη Ρωσία και την Γερμανία με καμπάνιες που είναι χρηματοδοτούμενες από το κοινό, με σκοπό να αποκαταστήσουν την εικόνα που παρουσιάζει η χώρα μας προς τα έξω. Από την άλλη βλέπουμε και κινήσεις αγωνίας από τους tour operators οι οποίοι βλέποντας τις αρνητικές εξελίξεις στις κρατήσεις για την χώρα μας, κάνουν διάφορες κινήσεις «συμπαράστασης» όπως είναι οι δωροεπιταγές των 50 ευρώ για διακοπές στην Ελλάδα, πρωτοβουλία της γερμανικής αεροπορικής εταιρίας Condor. Πολύ συγκινητικά όλα αυτά, όμως με τέτοιες αποσπασματικές ενέργειες ουσιαστικά αποτελέσματα δεν πρόκειται να υπάρξουν. Ο τουρισμός μας είναι σε μία φάση που «κοιτάζει το δέντρο αντί να κοιτάζει το δάσος». Ένα παράδειγμα είναι και η αρνητική εικόνα που υπάρχει στην Γερμανία για την Ελλάδα και η μεγάλη πτώση των κρατήσεων. Φυσικά και αυτό είναι ένα πρόβλημα, όμως έχει πάρει πολύ μεγάλες διαστάσεις και δεν είναι αυτό το πρόβλημα που πραγματικά αντιμετωπίζει ο τουρισμός μας αυτή την στιγμή. Ένα πραγματικό πρόβλημα, είναι ότι το κράτος απουσιάζει, ο ΕΟΤ αποδυναμώνεται και χάνει αρμοδιότητες, χωρίς να υπάρχει στρατηγική και σχέδιο για το πώς θα λειτουργήσει το σύστημα και πώς ακριβώς θα μοιραστούν οι αρμοδιότητες, βλέποντας και πάλι την αδιαφορία του κράτους για την «βαριά μας βιομηχανία».
Ο ελληνικός τουρισμός χρειάζεται γερές βάσεις και θεμέλια, πάνω στα οποία θα χτιστούν η στρατηγική του, η προβολή του, η εικόνα του, τα προϊόντα του και το μέλλον του.

Οι Tour Operators και η ελληνική πραγματικότητα



Οι tour operators, το τελευταίο διάστημα έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του τουριστικού ενδιαφέροντος. Είναι αλήθεια ότι με τον ίδιο τρόπο που μπορούν να αναδείξουν ένα προορισμό, μπορούν και να τον “σβήσουν από τον χάρτη”. Οι μεγάλοι  tour operators ουσιαστικά καθορίζουν τη ζήτηση για ένα προορισμό και διαμορφώνουν τον τουριστικό χάρτη. Έχουν τεράστια επιρροή, γι’ αυτό και έχει πολύ μεγάλη σημασία ο τρόπος που εκείνοι θα αντιδράσουν σε πιθανή μεταβολή των συνθηκών σε ένα προορισμό αλλά και σε έκτακτες συνθήκες. Φυσικά και δράττω την ευκαιρία για να αναφερθώ στα του οίκου μας.
Καταρχάς δεν νομίζω ότι υπάρχουν “καλοί” και “κακοί” tour operators. Το θέμα έχει να κάνει πιο πολύ με τα συμφέροντα και τις δεσμεύσεις που έχει ο κάθε tour operator σε ένα προορισμό και στην συνέχεια με την πολιτική που ακολουθεί γενικά και ειδικά σε περιπτώσεις κρίσεων. Γι’ αυτό και τελευταία βλέπουμε από άλλους σπασμωδικές ενέργειες, από άλλους “φιλικές”, από άλλους πιο οργανωμένες και πάει λέγοντας. Εφόσον οι tour operators είναι τουριστικοί οργανισμοί, που παρέχουν υπηρεσίες με γνώμονα το κέρδος,  λογικά, κανένας από αυτούς δεν θα ήθελε να βγει ζημιωμένος από ένα προορισμό, σε περίπτωση που αυτός γίνει “unfriendly” για τους επισκέπτες, για οποιανδήποτε εξωγενή ή ενδογενή αιτία. Επομένως, για τους tour operators είναι πολύ σημαντικό το risk management. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αντιμετώπισης το καλοκαίρι που μας πέρασε, ήταν η περίπτωση της Αιγύπτου, που λόγω της Αραβικής Άνοιξης, οδήγησε τους tour operators στο να στραφούν σε άλλους γειτονικούς προορισμούς όπως είναι η Τουρκία και η Ελλάδα, μεταφέροντας έτσι δυναμικότητα από έναν προορισμό σε άλλους.
Ξεκίνησα με την παραπάνω εισαγωγή, για να αναφερθώ στη σχέση των tour operators με τη χώρα μας, και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται την κρίσιμη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σε σχέση με τον τουρισμό. Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά τα προβλήματα, στο επίκεντρο βρίσκονται η κακή εικόνα την οποία παρουσιάζει η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα, ειδικά σαν τουριστικός προορισμός. Αυτό συμβαίνει λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην χώρα μας (απεργίες, κινητοποιήσεις, εγκληματικότητα και ακυβερνησία), και του φόβου που έχει προκληθεί σε αυτούς που ήθελαν να την επισκεφτούν για τις διακοπές τους. Ο φόβος αυτός επικεντρώνεται στην ανασφάλεια που υπάρχει, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και των συνεπακόλουθών της, της ακυβερνησίας, και του πρόσφατου διλήμματος ευρώ ή δραχμή.  Από την άλλη μεριά έχουμε και τον τρόμο των tour operators που έχουν ήδη κλείσει συμφωνίες με τουριστικούς πράκτορες και με ξενοδοχεία σε διάφορους προορισμούς της χώρας μας και βλέπουν τις κρατήσεις όλο και να μειώνονται. Ο ρόλος τους λοιπόν εδώ, στην ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο που διανύουμε είναι καθοριστικός. Βέβαια και η στάση που θα κρατήσουν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς θα πρέπει να τοποθετηθούν με τρόπο ώστε να καθησυχάσουν τον κόσμο, αντί να τον τρομάξουν αλλά και χωρίς να αναλάβουν ευθύνες που ουσιαστικά δεν τους αναλογούν.
Για να περάσω και σε κάποια παραδείγματα θα ξεκινήσω από την περίπτωση του γερμανικού τουριστικού οργανισμού TUI, ο οποίος προσπαθεί να καθησυχάσει τους πελάτες του δίνοντάς τους συμβουλές και κατευθύνσεις, χωρίς να παίρνει συγκεκριμένη θέση σε πολλά αναπάντητα ερωτήματά τους, ένα από τα οποία είναι και το αν η χώρα θα φύγει από το ευρώ. Όσον αφορά τώρα στο είδος των συμβουλών και των κατευθύνσεων, μπορεί να υπάρχουν αντιρρήσεις. Εδώ θα μπορούσα να αναφερθώ για παράδειγμα στην συμβουλή να έχουν μαζί τους οι τουρίστες πολλά μετρητά σε ευρώ, σε περίπτωση επιστροφής της Ελλάδας στη δραχμή. Αυτό σαν συμβουλή, από τη μία θα μπορούσαμε να πούμε ότι μπορεί να έχει θετική προέκταση, αφού ουσιαστικά τους δίνεται μία λύση προκειμένου να έρθουν στην χώρα μας, από την άλλη όμως θα μπορούσε να έχει και αρνητικές επιπτώσεις, αφού κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνεται έτσι η ανησυχία τους. Μια άλλη περίπτωση είναι αυτή του βρετανικού τουριστικού οργανισμού ABTA, που και αυτός προσπαθεί να καθησυχάσει τους πελάτες του, τονίζοντας πως η Ελλάδα παραμένει ελκυστική, πως οι απεργίες και η εγκληματικότητα περιορίζονται στα αστικά κέντρα  και πως, ακόμα και στην περίπτωση της επιστροφής στην δραχμή, θα υπάρξει μία μεταβατική περίοδος που θα χρησιμοποιείται το ευρώ. Ενώ έχουμε και ολόκληρη καμπάνια για τη βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας στην Γερμανία από τον τουριστικό οργανισμό Alltours, ο οποίος εμφανίζεται ιδιαίτερα φιλικός απέναντι στην Ελλάδα ή τουλάχιστον έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την βελτίωση της εικόνας της στη Γερμανία. Στο πλαίσιο της “ελληνογερμανικής φιλίας” έχουμε την υποστήριξη και των έξι μεγαλύτερων tour operators της Γερμανίας (TUI, 1-2 Fly, Thomas Cook, Jahn Reisen  Neckermann Reisen, και ITS) οι οποίοι προσπαθούν να αναστρέψουν το αρνητικό κλίμα  που υπάρχει για την Ελλάδα, κάνοντας διαφημιστικές εκστρατείες.
 Την ίδια στιγμή έχουμε και το φαινόμενο του εκβιασμού από Tour Operators για ακυρώσεις συμβολαίων, αν δεν τηρηθούν και υπογραφούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις και όροι. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση του σκανδιναβικού οργανισμού TUI Nordic λίγους μήνες πριν, που απειλούσε με ακυρώσεις συμβολαίων, αν δεν υπογραφούν συγκεκριμένοι όροι σε περίπτωση αλλαγής νομίσματος.
Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι οι “Tour Operators” μπορούν να διαμορφώσουν την εικόνα ενός προορισμού και να επηρεάσουν την τουριστική ζήτηση και την τουριστική κίνηση. Προς το παρόν αυτό που βλέπουμε στη συμπεριφορά τους,  λόγω της κρισιμότητας της περιόδου, είναι ότι προσπαθούν να διασφαλίσουν τα συμβόλαιά τους και τις δεσμεύσεις που είχαν ήδη με τη χώρα μας. Για το λόγο αυτό καταστρώνουν σχέδια έκτακτης ανάγκης, ενώ προσπαθούν παράλληλα να καθησυχάσουν τους τουρίστες, ώστε να μη χαθεί αυτή η τουριστική σεζόν και οι απώλειες για αυτούς και για την Ελλάδα να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο βλέπουμε επίσης και ποιοι πρόσκεινται πιο φιλικά απέναντι στην Ελλάδα ή ποιων τα συμφέροντα πλήττονται περισσότερο από την παρούσα κατάσταση, γι’ αυτό και καταφεύγουν σε πιο άμεσες και πομπώδεις αντιδράσεις.
 Βέβαια το θέμα είναι ότι οι tour operators τώρα, προσπαθούν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους για δεσμεύσεις και συμβόλαια που έχουν υπογραφεί ήδη. Τι θα γίνει όμως του χρόνου; Θα είναι η Ελλάδα μέσα στους προορισμούς που θα αναλάβουν να προωθήσουν οι Tour Operators ή όχι; Θα υπογραφούν καινούργια συμβόλαια; Και αν ναι, με ποιους όρους; Είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι απαραίτητη η παρουσία τους στην ελληνική τουριστική αγορά, ακόμα και αν οι τιμές με τις οποίες “αγοράζουν” κλίνες είναι πολύ χαμηλές.
Θέλω να καταλήξω στο ότι θα πρέπει να κάνουμε και εμείς κάτι για την αναστροφή του κλίματος και για την προώθηση της Ελλάδας. Σαν προορισμός τηρούμε μία παθητική στάση και όπου μας πάει ο άνεμος εκεί πηγαίνουμε και εμείς. Ίσως τελευταία να γίνονται κάποιες ενέργειες, που όμως δεν επαρκούν. Όπως έχω αναφέρει και σε άλλο άρθρο μου, δεν πρέπει να περιμένουμε πάντα ότι κάποιος άλλος θα μας σώσει. Παρόλες τις δυσκολίες, πρέπει να περάσουμε στην αντεπίθεση και με ότι μέσα διαθέτουμε να διεκδικήσουμε τα κεκτημένα μας, πράγμα που απαιτεί ιδιαίτερα “επιθετική” πολιτική και στρατηγική, η οποία να ανταποκρίνεται και στην κρισιμότητα της περιόδου.  

ΕΛΛΑΔΑ-ΤΟΥΡΚΙΑ.. «Ανταγωνισμός, Συνεργασία, ή μήπως και τα δύο;;»


Για λόγους ιστορικούς, Ελλάδα και Τουρκία υπήρξαν προαιώνιοι εχθροί. Τα τελευταία όμως χρόνια, κυρίως έπειτα από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν αρκετά εξομαλυνθεί για λόγους αμοιβαίων συμφερόντων.
Στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με αναλύσεις για την πολιτική, οικονομική, γεωπολιτική σχέση ανάμεσά στις δύο χώρες, αλλά να  επικεντρωθώ στο θέμα του τουρισμού.
Λόγω της γειτνίασης των δύο χωρών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν ομοιότητες όσον αφορά το κλίμα, τη μορφολογία, την ελληνικότητα των παραλιακών κυρίως περιοχών της Τουρκίας και το αντίστροφο (λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών) και άλλες. Ωστόσο εντοπίζονται και πολύ μεγάλες διαφορές, όπως είναι η θρησκεία, ο πολιτισμός, τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις, διαφορές αγεφύρωτες. Όσον αφορά τον τουρισμό, θα μπορούσα να πω ότι οι ομοιότητες πιο πολύ εντοπίζονται στο είδος του τουρισμού που προωθούν και οι δύο χώρες και δεν είναι άλλο από τον μαζικό τουρισμό των 4S (Sea, Sun, Sand, Sex). Η Ελλάδα βέβαια μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης, λόγω των πολυάριθμων νησιών και της ποικιλίας του εδάφους, που δημιουργεί δυνατότητες ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού. Σε συνδυασμό μάλιστα με την ιστορία και τον πολιτισμό μας, όπως δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε, μας προσδίδει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ενώ όμως εμείς αναλωνόμαστε σε συζητήσεις επί συζητήσεων, χρόνια ολόκληρα, καθώς όλο και κάποιο εμπόδιο παρουσιάζεται, που θα οδηγήσει στην αναβολή μίας διαδικασίας, οι “διπλανοί” μας πράττουν! Και όταν λέμε πράττουν εννοούμε, ότι πραγματοποιούν επενδύσεις, δημιουργούν υποδομές, αφουγκράζονται τις ανάγκες της αγοράς, αξιοποιούν τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα και δημιουργούν τελικά «ζήτηση».
Έτσι από τους γείτονες προσφάτως έχουμε τις εξής τουριστικές επιδόσεις: Επένδυση στο αεροδρόμιο της Αττάλειας, με αποτέλεσμα την αύξηση της δυναμικότητάς του, σε 21.000.000 επιβάτες. Ανακατασκευή του λιμανιού της Σμύρνης, με τη δημιουργία λιμανιού μόνο για κρουαζιερόπλοια, δημιουργία θεματικού πάρκου στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης με έκταση 1,6 εκ. τ.μ. και άλλα. Με μία πολύ μεγάλη επένδυση να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, το οποίο και είναι ο ιατρικός τουρισμός. Μιλάμε για απευθείας στόχευση στον ιατρικό τουρισμό, μέσα από ένα οργανωμένο πλάνο τουριστικού σχεδιασμού και προσφορά οργανωμένων πακέτων ιατρικών και τουριστικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου. Στόχος τους είναι η δημιουργία ελεύθερων ζωνών υγείας, στα παράλια του Αιγαίου,  με σκοπό την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, κάτι που ήδη φαίνεται ότι λειτουργεί θετικά, καθώς έχουν προχωρήσει και σε νομοθετικές ρυθμίσεις σε θέματα φορολογίας και  γραφειοκρατίας, δημιουργώντας επενδυτικά κίνητρα. Αυτή την στιγμή 2.500 εταιρίες δραστηριοποιούνται στον χώρο αυτό, θα λειτουργήσουν 90 κλινικές και απασχολούνται 2.500 άτομα. Σκοπός της νέας επένδυσης είναι να αρχίσει να δέχεται επισκέπτες από το 2014.
Τα παραπάνω αφορούν μόνο κάποια παραδείγματα από επενδύσεις που κάνουν οι ίδιοι στη χώρα τους. Παράλληλα όμως, έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους σε επίπεδο επενδύσεων και συνεργασιών προς άλλες χώρες όπως είναι η Ελλάδα.
Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για επενδύσεις στην Ελλάδα σε μαρίνες και λιμάνια και  ήδη η μαρίνα της Μυτιλήνης έχει εκμισθωθεί από ένα τουρκικό όμιλο σε συνεργασία με την Folli Follie Group. Πρόσφατα επίσης έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον και για τη δημιουργία καζίνου στην Χίο. Το κομμάτι της κρουαζιέρας ωστόσο μονοπωλεί το ενδιαφέρον και της τουρκικής πλευράς, που είναι θετικά προσκείμενη στην συνεργασία των λιμανιών Σμύρνης και Πειραιά.  Ήδη υπάρχουν τουρκικοί όμιλοι που αναμένουν με “αγωνία” τις πολυπόθητες ελληνικές αποκρατικοποιήσεις.  
Το τελευταίο διάστημα όλο και πιο πολύ συζητιούνται θέματα ελληνοτουρκικής συνεργασίας στο κομμάτι του τουρισμού, ενώ η Ελλάδα έχει αρχίσει να παρέχει διευκολύνσεις για να προσεγγίσει περισσότερους Τούρκους τουρίστες. Κάτι που ξεκίνησε και μέσω του πιλοτικού προγράμματος που εφαρμόστηκε αυτό το καλοκαίρι σε Μυτιλήνη, Χίο, Ρόδο, Σάμο και Κω με τη Visa Schengen. Πράγμα πολύ θετικό, καθώς έτσι θα δημιουργηθούν διευκολύνσεις στην πρόσβαση πολλών Τούρκων που ήθελαν να επισκεφτούν την Ελλάδα και αντιμετώπιζαν προβλήματα, λόγω της δυσκολίας έκδοσης Visa. Εκτός λοιπόν από την Τουρκία και η Ελλάδα εμφανίζεται θετικά προσκείμενη σε θέματα συνεργασίας, απ’ ότι φάνηκε και από συνάντηση που είχαν πρόσφατα η υπουργός τουρισμού Ο. Κεφαλογιάννη  με τον υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου Κ. Μουσουρούλη, όπου πρωτίστως έγινε κοινά αποδεκτό ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να θέσει στο επίκεντρο της ανάπτυξης τον τουρισμό και δη τον τουρισμό κρουαζιέρας. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε και συνάντηση της υπουργού, με αντιπροσωπεία του “TURSAB” (Σύνδεσμος Τουριστικών Πρακτόρων της Τουρκίας) και εκπροσώπους του “HATTA” (Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων), όπου συμφωνήθηκε ότι πρέπει να υπάρξει συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών στο κομμάτι του τουρισμού και επισημάνθηκε ότι ένα μεγάλο ποσοστό Τούρκων που επισκέπτονται την Ελλάδα, έρχονται για θαλάσσιο τουρισμό. Ακόμα, κατά την διάρκεια του forum του “Seatrade Turkish Cruise Ship”  που έγινε στη Σμύρνη και αφορούσε την ανάπτυξη της κρουαζιέρας, ο πρόεδρος του ΟΛΠ Α.Ε.  Γιώργος Ανωμερίτης σε συνάντησή του με τον πρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Σμύρνης  Ekrem Demirtas και εκπροσώπους άλλων φορέων και εταιριών, τόνισε την ανάγκη συνεργασίας για την ανάπτυξη της κρουαζιέρας στην ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο και την συνεργασία των λιμανιών Σμύρνης και Πειραιά. Είναι εμφανής η φιλοτουρκική προσέγγιση της Ελλάδας και από πρόσφατες δηλώσεις της υπουργού σε τουρκικό περιοδικό, όπου τονίστηκε η επιθυμία κοινών ενεργειών και κοινών πακέτων διακοπών.
Αυτή λοιπόν είναι η ελληνική στάση το τελευταίο διάστημα, όσον αφορά τον τουρισμό. Ωστόσο βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν θεωρείται πια ανταγωνιστής, είναι και άμεσος μάλιστα. Αν και τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα, όταν για παράδειγμα η Τουρκία έχει τον εξαπλάσιο αριθμό τουριστικών σκαφών από την Ελλάδα. Κατά τη γνώμη μου, η φιλοτουρκική προσέγγιση που υπάρχει από την χώρα μας το τελευταίο διάστημα,  οφείλεται πρωτίστως στην μεγάλη άνοδο που έχει σημειώσει η Τουρκία ως τουριστικός προορισμός, στην οικονομική κρίση, στην ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων και στην επανεξέταση κάποιων συνθηκών οι οποίες θα μπορούσαν να προσδώσουν και κάτι επιπλέον στο τουριστικό προϊόν που προφέρει η Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό, ελλείψει κεφαλαίων για πραγματοποίηση επενδύσεων, μικροκομματικών συμφερόντων, αλλά και της γενικότερης ασυνεννοησίας που πάντα κατέτρεχε τη χώρα μας, η Ελλάδα έχει μείνει πίσω σε πολλά σημεία που θα μπορούσαν να δώσουν ισχυρή ώθηση στον τουρισμό και κατ’ επέκταση και στα οικονομικά της χώρας. Η συνεργασία λοιπόν της Ελλάδας με την Τουρκία, θα μπορούσε να εμπλουτίσει το τουριστικό της προϊόν, να διευρύνει τις αγορές στις οποίες απευθύνεται και να δημιουργήσει αμοιβαίο όφελος. Με ιδιαίτερη προσοχή πάντα στο κομμάτι των επενδύσεων και την απόδοση που αυτές θα έχουν για την χώρα μας.  

Οίνος, εξαγωγές και τουρισμός;;


Η επιθυμία μου να γράψω κάτι για τον οίνο, ήρθε μέσα από ένα άρθρο που διάβασα πρόσφατα, για την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας Ελλήνων παραγωγών κρασιού στην Κίνα. Αυτό με οδήγησε σε μία μίνι-έρευνα για την αγορά της Κίνας και τις προοπτικές που ανοίγονται εκεί.
Η αγορά κρασιού της Κίνας αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές, με ετήσιο ρυθμό αύξησης να υπερβαίνει το 30% τα 5 τελευταία χρόνια. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην αναδυόμενη μεσαία τάξη, που δημιουργεί ένα νέο καταναλωτικό κοινό το οποίο συνδέει την αγορά κυρίως εισαγόμενου κρασιού με το κύρος και την κοινωνική καταξίωση. Τα εισαγόμενα κρασιά κατέχουν ένα μικρό μερίδιο της αγοράς, με πρώτα στις προτιμήσεις τα γαλλικά κρασιά ενώ τα ελληνικά κρασιά έχουν ένα πολύ μικρό μερίδιο της αγοράς. Ωστόσο η αγορά της Κίνας είναι ακόμα ανοιχτή και αδιαμόρφωτη όσον αφορά την οινική κουλτούρα των Κινέζων και την επιλογή των κρασιών, αφήνοντας μεγάλο περιθώριο διείσδυσης νέων προϊόντων στην αγορά.
Σύμφωνα με έρευνα του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας στο Πεκίνο, που έγινε τον Φεβρουάριο του 2011 για τις εισαγωγές  κρασιού στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η αύξηση των εισαγωγών αποτελεί στόχο ενός πενταετούς πλάνου ανάπτυξης για την περίοδο 2011-2015 με σκοπό την εξισορρόπηση του εμπορικού της ισοζυγίου και την αύξηση της εγχώριας ζήτησης. Εξάλλου, η κυβερνητική πολιτική περί επισιτιστικής αυτάρκειας στην Κίνα ευνοεί την αγορά κρασιού από σταφύλια. Αυτό γίνεται για να εξοικονομηθούν διατροφικοί πόροι για τις ανάγκες του κινέζικου πληθυσμού, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά κινεζικά κρασιά γινόντουσαν από ρύζι και δημητριακά. Επίσης επειδή θεωρείται ότι οι αμπελοκαλλιέργειες θα έχουν καλύτερη απόδοση για το εισόδημα των Κινέζων αγροτών. Το 85% της κατανάλωσης κρασιού καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή, ενώ το υπόλοιπο εισάγεται από 70 περίπου προμηθεύτριες χώρες. Το κρασί από σταφύλια αποτελεί είδος πολυτελείας για το μεγαλύτερο μέρος των κινέζων καταναλωτών, καθώς δεν αποτελεί μέρος της καθημερινής τους διατροφής. Ενδεικτικά η μέση ετήσια ατομική κατανάλωση κρασιού στην Κίνα είναι 0,85 λίτρα ενώ στην Ελλάδα περίπου 30 λίτρα. Το κόκκινο κρασί προτιμάται από το λευκό λόγω χρώματος, καθώς αποτελεί σύμβολο καλοτυχίας στην κινεζική παράδοση. Τα εισαγόμενα κρασιά προτιμώνται κυρίως σε χώρους μαζικής εστίασης και σαν δώρο την περίοδο των εορτών, ενώ εντυπωσιακό είναι ότι ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών του εμφιαλωμένου οίνου είναι πολύ μεγαλύτερος από το χύμα. Η αγορά κρασιού συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολής και του νότου καθώς και σε πόλεις με πολλούς ξένους όπως το Πεκίνο. Ανταγωνισμός ανάμεσα στην εγχώρια παραγωγή και στα εισαγόμενα κρασιά δεν υπάρχει, καθώς κυμαίνονται σε διαφορετικό επίπεδο όσον αφορά την ποιότητα αλλά και σε διαφορετικές τιμές. Σημαντικό ρόλο ωστόσο για την εδραίωση κάποιου οινοπαραγωγού στην καινούργια αυτή αγορά παίζει η τοποθέτηση που θα κάνει στην αγορά και στο σημείο αυτό πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η επιλογή του διανομέα. Αυτό γιατί τα εισαγόμενα κρασιά έχουν να αντιμετωπίσουν το μειονέκτημα της ευνοϊκής μεταχείρισης των εγχώριων προϊόντων από τα υπάρχοντα κανάλια διανομής. Έτσι είναι πολύ σημαντικό να επιλεχθεί ένας αξιόπιστος διανομέας ο οποίος θα προωθήσει τα προϊόντα στην αγορά. Δεδομένου λοιπόν ότι η αγορά της Κίνας είναι μέσα στις 10 μεγαλύτερες αγορές κρασιού στον κόσμο, υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες για τα ελληνικά κρασιά να αυξήσουν την παρουσία τους στην αγορά αυτή. Τα κριτήρια με τα οποία αγοράζουν οι κινέζοι καταναλωτές ένα κρασί είναι πρώτα η τιμή και μετά η χώρα προέλευσης. Τα εισαγόμενα κρασιά έχουν συνδεθεί κυρίως με τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία.  Όμως υπάρχει περιθώριο για την Ελλάδα να ανταγωνιστεί στην ποιότητα και κυρίως στην διαφορετικότητα των τοπικών της ποικιλιών. Οι Κινέζοι καταναλωτές πρέπει να γνωρίσουν την ιστορία και τον πολιτισμό της Ελλάδας και αυτό να συνδεθεί με τις ιδιαίτερες ποικιλίες κρασιού που διαθέτουμε. Θα πρέπει επομένως να υπάρχει ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο για την προώθηση του ελληνικού κρασιού στην Κίνα στο οποίο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να αξιοποιηθούν οι ιδιαιτερότητες της αγοράς.
Κάτι πολύ θετικό είναι ότι τα ελληνικά κρασιά πήραν πολλές διακρίσεις στον Διεθνή Διαγωνισμό China Wine Awards που διοργανώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 2012, ενώ ξεχώρισαν το κτήμα «Κίκονες» από την Θράκη και το κτήμα «Σέμελη» στην Σταμάτα Αττικής. Αυτή την στιγμή δέκα Έλληνες παραγωγοί εξάγουν στην Κίνα και μέσα στο 2011 έστειλαν 600.000 φιάλες κρασιού. Ξεχωρίζει ωστόσο ο συνεταιρισμός Vaeni Νάουσα, ο οποίος έχει τη μεγαλύτερη εξαγωγική δραστηριότητα στην Κίνα, καθώς οι εξαγωγές του το 2011 έφτασαν τις 450.000 φιάλες και αναμένεται το 2012 να τριπλασιαστούν. Ο συνεταιρισμός αυτός αποτελείται από 200 αμπελουργούς οι οποίοι προωθούν την ελληνική ποικιλία του ξινόμαυρου οίνου.  Οι τιμές των εξαγωγών στην Κίνα, είναι υψηλότερες από τις τιμές στην Ελλάδα, κυμαίνονται από 2 έως 14 ευρώ και αυτό λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των Κινέζων για το κρασί. Είναι πολύ σημαντικό όμως το ελληνικό κρασί να διαμορφώσει μία «μάρκα» στην αγορά της Κίνας και κυρίως να διαμορφώσει ένα σχετικά ενιαίο τιμολόγιο είτε όταν πουλιέται χύμα είτε εμφιαλωμένο. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι εκτός από την αγορά της Κίνας αύξηση στην ζήτηση των ελληνικών κρασιών εμφανίζεται και στη Ρωσία και  τη Βραζιλία, οι οποίες επίσης αποτελούν αναδυόμενες αγορές. 
Το κρασί δεν αποτελεί ένα «άψυχο» προϊόν, αλλά συνδέεται με τη ζωή των ανθρώπων, την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Συνδέεται με «ζωντανά» κτήματα και με παραγωγούς που δουλεύουν με μεράκι και αγάπη για τη γη τους. Έτσι οι εξαγωγές κρασιού εκτός του ότι φέρνουν εισόδημα στους παραγωγούς, κάνουν γνωστή την χώρα μας σαν μία χώρα με οινική παράδοση και δημιουργούν κίνητρο σε ανθρώπους που έχουν ενδιαφέρον για τον οίνο, να έρθουν στην Ελλάδα να γνωρίσουν την ιστορία και τον πολιτισμό της μέσα από το κρασί, να περιδιαβούν στους περίφημους δρόμους του κρασιού και να γνωρίσουν από κοντά τον παραγωγό και το κτήμα του. Οι οινοτουρίστες είναι συνήθως τουρίστες με υψηλό εισόδημα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αντιμετωπίζουν το κρασί σαν hobby. Κάθε νέα αγορά που ανοίγεται για εξαγωγές δημιουργεί μία νέα εν δυνάμει τουριστική αγορά. Και πάλι πολύ σημαντικό σε αυτό το σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο θα εισέλθει ένα ελληνικό προϊόν σε μία νέα αγορά, το πώς θα τοποθετηθεί και με τι θα συνδεθεί έτσι ώστε να ξεχωρίσει και το προϊόν αλλά και η χώρα προέλευσης. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει κατά την γνώμη μου μία διπλή στόχευση.
Ο οινοτουρισμός, είναι μία εναλλακτική μορφή τουρισμού στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνουν χώρα δραστηριότητες που συνδέονται με το πολιτιστικό περιβάλλον μίας οινοπαραγωγικής περιοχής, και εκτός από την δοκιμή κρασιών σε αυτόν περιλαμβάνονται δραστηριότητες πολιτιστικού, λαογραφικού και ψυχαγωγικού ενδιαφέροντος. Στόχος είναι η ανάδειξη του πλούτου της περιοχής, η διοργάνωση επιμορφωτικών σεμιναρίων και οι ξεναγήσεις στους χώρους των οινοποιείων, καθώς και η παροχή υπηρεσιών φιλοξενίας και εστίασης.
Ο οινοτουρισμός εμφανίζει ιδιαίτερη δυναμική σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αυστραλία κάτι που δείχνει ότι υπάρχει μέλλον σε αυτή την μορφή τουρισμού αλλά και προοπτικές ανάπτυξης και για την Ελλάδα. Τα περισσότερα ελληνικά οινοποιεία είναι πλέον επισκέψιμα, θα πρέπει όμως να αποτελέσουν μέρος του ευρύτερου οινοτουριστικού προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι πέραν της διαμόρφωσης ενός επισκέψιμου οινοποιείου, αυτό θα πρέπει να μετατραπεί και σε τουριστικό προϊόν και μέσα στο πλαίσιο του παραπάνω ορισμού να προσφέρει στους τουρίστες «όλο το πακέτο». Θα πρέπει λοιπόν η περιοχή να διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να προσφέρει δραστηριότητες στους οινοτουρίστες μέσα από περιπάτους και ξεναγήσεις, καθώς και επισκέψεις σε άλλα ενδιαφέροντα σημεία πολιτιστικού ενδιαφέροντος, ενώ κοντά στην περιοχή θα πρέπει να υπάρχουν και χώροι φιλοξενίας και εστίασης, έτσι ώστε να προσφέρεται ένα συνολικό προϊόν. Οι επαγγελματίες που θέλουν να προσεγγίσουν οινοτουρίστες όμως, θα πρέπει να αποκτήσουν οινοτουριστική κουλτούρα, να καταλάβουν δηλαδή ότι πλέον το προϊόν τους θα πρέπει να γίνει πιο τουριστικό και να κινηθούν με τον ανάλογο τρόπο.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι έχουν ήδη αναπτυχθεί ενώσεις και δίκτυα οινοτουριστικών επιχειρήσεων, όπως οι Δρόμοι του Κρασιού και τα Ανοιχτά Οινοποιεία (Open Wineries) στην Κρήτη, που προωθούν τον οινοτουρισμό, στηρίζουν τα οινοποιεία και εξασφαλίζουν την ποιότητα των προϊόντων. Προσπαθούν επίσης να προσφέρουν ένα εμπλουτισμένο προϊόν που προσφέρει επισκέψεις σε οινοποιεία, περιπάτους στους Δρόμους του Κρασιού, οινογνωσία, γευσιγνωσία σε εστιατόρια και ταβερνεία, διαμονή σε επιλεγμένα ξενοδοχεία και άλλες εναλλακτικές δραστηριότητες.
Κλείνοντας, μέσα από την παραπάνω αναφορά και την περιγραφή μιας νέας αναδυόμενης οινικής αγοράς, της Κίνας, ήθελα να δείξω τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται μέσω των εξαγωγών σε νέες αναδυόμενες αγορές και το πώς αυτές μπορούν να λάβουν διττό χαρακτήρα μέσα από την παράλληλη στόχευση «εξαγωγές και τουρισμός». Και στις δύο αυτές έννοιες η επιτυχία έχει να κάνει με την σωστή τοποθέτηση του προϊόντος, τη μελέτη των χαρακτηριστικών της νέας αγοράς, τον τρόπο της διανομής του προϊόντος, την σύνδεση του με την Ελλάδα και τον πολιτισμό της, την δημιουργία μίας «μάρκας» και με την κατάλληλη προώθησή του. Αφού έχουμε τα προϊόντα, ας μάθουμε να τα αξιοποιούμε!  

Θαλάσσιος Τουρισμός


Σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να μιλήσω για μία από τις δυναμικότερες μορφές εναλλακτικού τουρισμού, τον θαλάσσιο τουρισμό. Ο θαλάσσιος τουρισμός ενθαρρύνει τη συμμετοχή του επισκέπτη σε εμπειρίες και δραστηριότητες αναψυχής  που συνδέονται με το θαλάσσιο και το παράκτιο περιβάλλον. Στον  θαλάσσιο τουρισμό εντάσσονται υποκατηγορίες όπως είναι ο παράκτιος τουρισμός, ο αλιευτικός τουρισμός, ο θαλάσσιος αθλητικός τουρισμός, ο καταδυτικός τουρισμός και συνδέεται με θαλάσσιες περιηγήσεις και δραστηριότητες όπως το yachting, οι κρουαζιέρες, η ιστιοπλοΐα , το θαλάσσιο σκι, το surfing και το winsurfing, το parasailing (θαλάσσιο αλεξίπτωτο), το κανό και καγιάκ θαλάσσης, τα μηχανοκίνητα σκάφη και άλλα.
Ο θαλάσσιος τουρισμός έχει πολλή μεγάλη δυναμική και σημασία για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Μεγαλύτερη δυναμική παρουσιάζουν η κρουαζιέρα, το yachting και η επιβατηγός ναυτιλία. Ο θαλάσσιος τουρισμός για την Ελλάδα σημαίνει αξιοποίηση των δύο πιο σημαντικών βιομηχανιών της χώρας μας, της ναυτιλίας και του τουρισμού. Η Ελλάδα πάντα ήταν συνδεδεμένη με τη θάλασσα και πιο συγκεκριμένα με τη ναυτιλία και ο λόγος είναι ότι έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς έχει τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στην Ευρώπη, έχει πλειάδα νησιών, ενώ ένα μεγάλο τμήμα της απλώνεται στο Αιγαίο, στο Ιόνιο και στο Κρητικό Πέλαγος, όπου σχηματίζονται πανέμορφες παραλίες, με αποτέλεσμα έτσι να ευνοηθεί η ναυτιλία, η αλιεία και ο θαλάσσιος τουρισμός. Η ναυτιλία και ο τουρισμός είναι οι πιο εξωστρεφείς κλάδοι της ελληνικής οικονομίας καθώς φέρνουν συνάλλαγμα, ισορροπούν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και δημιουργούν θέσεις εργασίας.
Με τον όρο yachting εννοούμε την θαλάσσια δραστηριότητα κατά την οποία ο ταξιδιώτης χρησιμοποιεί θαλαμηγό σκάφος για λόγους αναψυχής. Το σκάφος αυτό παρέχει υπηρεσίες διαμονής και εστίασης στον τουρίστα καθώς και τη δυνατότητα προσέγγισης σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές. Οι θαλάσσιες περιηγήσεις γίνονται κατά κύριο λόγο με ιστιοφόρα και θαλαμηγούς, τα οποία είναι ιδιόκτητα ή μισθωμένα πλοία που μπορεί να περιλαμβάνουν πλήρωμα (crewed boats) ή να προσφέρονται χωρίς πλήρωμα (bare boats).
Οι κρουαζιέρες σαν έννοια αποτελούν οργανωμένες περιηγήσεις με ειδικά διαμορφωμένα πλοία, τα κρουαζιερόπλοια. Αυτά είναι ουσιαστικά πλωτά ξενοδοχεία, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στους επισκέπτες να επισκεφτούν λιμάνια άλλων προορισμών και να πραγματοποιήσουν εκδρομές και επισκέψεις σε σημαντικά μνημεία και τόπους, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται παράλληλα και άλλες μορφές τουρισμού, όπως θρησκευτικός, πολιτιστικός και άλλα. Ανάλογα με τη διάρκειά τους οι κρουαζιέρες διακρίνονται χρονικά σε μονοήμερες, τριήμερες ή πολυήμερες και  τοπικά σε εγχώριες ή διεθνείς. 
Η επιβατηγός ναυτιλία πραγματοποιείται με τα πλοία της γραμμής, με σκοπό την προσέγγιση σε ένα τόπο αναψυχής και έχει μαζικό χαρακτήρα.
Η Ελλάδα, λόγω του κλίματος και της μορφολογίας  των ακτών και των θαλασσών της, αποτελεί ίσως τον ιδανικότερο χώρο για κρουαζιέρες. Το yachting και οι κρουαζιέρες, αποδίδουν στην οικονομία περισσότερο από κάθε άλλο είδος τουρισμού, καθώς τα σκάφη που παραμένουν στην Ελλάδα ξοδεύουν σημαντικά ποσά σε συνάλλαγμα και δίνουν θέσεις εργασίας σε χιλιάδες άτομα. Το yachting είναι πολύ δημοφιλές κυρίως στους ξένους, καθώς η Ελλάδα έχει πάνω από 20.000 κοντινά νησιά, τα οποία οι επισκέπτες μπορούν να επισκεφτούν και να απολαύσουν την κουζίνα, τη φιλοξενία, τον πολιτισμό τους και φυσικά τη θάλασσα.
Ο θαλάσσιος τουρισμός άρχισε να αναπτύσσεται στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 και τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς, ωστόσο δεν έρχεται πρώτος στις προτιμήσεις των Ελλήνων παραθεριστών. Παρόλα αυτά ο κλάδος των σκαφών αναψυχής αποτελεί έναν πολλά υποσχόμενο και δραστήριο κλάδο, παρόλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το θέμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το  yachting, τα οποία και δεν είναι λίγα, θα ξεκινήσω την αναφορά από το κομμάτι των υποδομών. Οι υποδομές, αναφέροντας κυρίως  τις μαρίνες, είναι πάρα πολύ λίγες σε σχέση με την ζήτηση για θέσεις ελλιμενισμού, κάνοντας λόγο για μία αναλογία της τάξης των περίπου 8.000 θέσεων έναντι αναγκών που ανέρχονται περίπου στις 20.000 θέσεις. Παράλληλα υπάρχει και πρόβλημα όσον αφορά τις διεθνείς προδιαγραφές τις οποίες θα έπρεπε να πληρούν,  ώστε να μπορούν να δεχθούν και σκάφη νέας γενιάς, ενώ οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα λιμάνια υποδοχής στους επισκέπτες όσον αφορά τη μεταφορά τους και άλλες εξυπηρετήσεις, είναι ιδιαίτερα ανεπαρκείς. Ένα άλλο μειονέκτημα που αντιμετωπίζει ο κλάδος αυτός είναι τα τέλη ελλιμενισμού, τα οποία μας τοποθετούν στις ακριβότερες χώρες της Μεσογείου, ο ελλιπής σχεδιασμός όσον αφορά το δίκτυο σύνδεσης των λιμανιών και των δρομολογίων των πλοίων, με ιδιαίτερη συγκέντρωση στα μεγάλα λιμάνια, όπως αυτό του Πειραιά. Άλλα προβλήματα είναι η έλλειψη εκπαίδευσης των εργαζομένων, κάτι που αποτυπώνεται στην ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, η έλλειψη στοχευμένης διαφήμισης του θαλάσσιου τουρισμού, (ενός προϊόντος στο οποίο πάντα στόχευε η Ελλάδα θεωρητικά), το cabotage και άλλα. 
Αυτά είναι κάποια προβλήματα που αντιμετώπιζε ανέκαθεν ο θαλάσσιος τουρισμός.  Η κατάσταση όμως έχει γίνει πολύ χειρότερη με την οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα να υπάρχει ανεργία των ναυτικών, απολύσεις υπαλλήλων που δούλευαν στον χώρο του θαλάσσιου τουρισμού, ανεργία των πληρωμάτων που φτάνει μέχρι και το 40%,  αδυναμία των επαγγελματιών του κλάδου να αποπληρώσουν τις οφειλές τους στις τράπεζες με αποτέλεσμα να γίνονται κατασχέσεις πλοίων, ενώ το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας εξαπλώνεται σε ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως είναι και αυτό της συντήρησης των πλοίων, οδηγώντας σε μεγάλη πτώση των εσόδων των ελληνικών μαρινών. Ακόμα η ανυπαρξία των υποδομών (μόνο 19 μαρίνες), έχει οδηγήσει πολλά πλοία που κάνουν τον γύρο των ελληνικών νησιών να δένουν σε τουρκικές μαρίνες. 
Υπάρχει ελπίδα επίλυσης κάποιων προβλημάτων του θαλάσσιου τουρισμού, με το νέο νομοσχέδιο που βρίσκεται υπό ψήφιση, όμως με κάποιες προϋποθέσεις. Το ένα θετικό είναι το θέμα της άρσης του cabotage, που αν  πραγματοποιηθεί η πλήρης άρση του, αυτό θα επιτρέψει σε ξένες εταιρίες κρουαζιερόπλοιων, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να μπορούν να αποβιβάσουν και να επιβιβάσουν τουρίστες στο ίδιο λιμάνι ή σε κάποιο άλλο λιμάνι, μέσα στην ελληνική επικράτεια. Αυτό λοιπόν θα έχει σαν αποτέλεσμα, μεγάλα κρουαζιερόπλοια με σημαίες χωρών εκτός Ε.Ε. να μπορούν να δένουν στον Πειραιά και να αποβιβάζουν κόσμο, ο οποίος θα μένει στην Αθήνα και θα φεύγει από εκεί για την χώρα του. Πράγμα που θα ευνοήσει τις αερομεταφορές, τις ξεναγήσεις, τις κρατήσεις των ξενοδοχείων, τις μεταφορές γενικότερα, και κυρίως, τις τοπικές αγορές. Το πρόβλημα ωστόσο, είναι ότι μαζί με το θετικό της άρσης του cabotaz πάει και το αρνητικό, που είναι η επιβάρυνση των 3,95 ευρώ ανά επιβάτη, που προστίθεται στο συνολικό κόστος που έχει το εκάστοτε κρουαζιερόπλοιο, το οποίο μαζί με το υψηλό κόστος του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος», δημιουργεί προβλήματα ανταγωνιστικότητας των ελληνικών λιμανιών και της Ελλάδας σαν προορισμό.
Ήδη στην χώρα μας υπάρχει κύμα φυγής των ελληνικών θαλασσίων σκαφών στην Τουρκία και την Κροατία, πράγμα που οφείλεται στην κάμψη που παρουσιάζει ο κλάδος του θαλάσσιου τουρισμού αλλά και στην αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ένωσης Πλοιοκτητών Ελληνικών Σκαφών Τουρισμού, κος Στελλιάτος. Τα τέλη ελλιμενισμού στις μαρίνες των γειτονικών χωρών είναι λιγότερα και τα πλοία μπορούν να ναυλώνονται διατηρώντας των ελληνική σημαία, με αποτέλεσμα πολλά σκάφη να έχουν καταπλεύσει σε μαρίνες γειτονικών χωρών. Οι ναυλώσεις το 2010 εμφάνισαν πτώση από 60%-80% , ενώ πολλά πλοία έμειναν παροπλισμένα, καθώς η ζήτηση δεν ανταποκρίνεται στην προσφορά. Πτώση της ζήτησης παρουσιάζεται και στα ιστιοπλοϊκά σκάφη, κάτι που, εκτός από την ανεπάρκεια των υποδομών και την αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων, οφείλεται και στην κακή εικόνα που έχει αποκτήσει  η Ελλάδα στο εξωτερικό, πράγμα που είναι βέβαια αποτέλεσμα της κρίσης, των συνεχόμενων απεργιών, των κινητοποιήσεων και της αυξημένης εγκληματικότητας.
Αν λοιπόν μία εταιρία με σημαία τρίτης χώρας, πραγματοποιήσει κρουαζιέρα με αφετηρία ελληνικό λιμάνι και θελήσει να απασχολήσει έλληνες ναυτικούς, θα έχει να αντιμετωπίσει την  προβληματική υποδομή των λιμανιών, τα ακριβά λιμενικά τέλη, την επιβολή έκτακτης εισφοράς ανά επιβάτη, την σύναψη ασφάλισης με το ναυτικό απομαχικό ταμείο, την επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών για του Έλληνες ναυτικούς και την γραφειοκρατία, τα οποία σε συνδυασμό με την έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί αυτή την στιγμή στη χώρα μας, αποτελούν ιδιαίτερα αποτρεπτικούς παράγοντες.
Όλα αυτά δημιουργούν τεράστια προβλήματα ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα ως προορισμό θαλάσσιου τουρισμού, την ίδια στιγμή που βλέπουμε ότι ανταγωνίστριες χώρες όπως η Τουρκία, που είναι λιγότερο ελκυστική σαν προορισμός από την Ελλάδα, παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη της κρουαζιέρας, προσελκύουν επενδύσεις από εταιρίες κρουαζιέρας, ενώ παράλληλα επενδύουν σε υποδομές και σε έργα κατασκευών. Προκειμένου λοιπόν το προϊόν της κρουαζιέρας να γίνει πιο ελκυστικό θα πρέπει να δοθούν κίνητρα, να γίνουν επενδύσεις σε ανάπτυξη, να μειωθούν οι οικονομικές επιβαρύνσεις και να γίνει καλύτερος προγραμματισμός. 
Ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς, προκειμένου να προσελκύσει κρουαζιερόπλοια στο λιμάνι του Πειραιά και κυρίως μεγάλους πελάτες,  καθιέρωσε βάσει της ετήσιας επιβατικής κίνησης, εκπτώσεις επί της χρέωσης συστημάτων ελέγχου από 10-30%. Ακόμα βάσει του ετήσιου αριθμού διελεύσεων επιβατών, καθιερώθηκαν εκπτώσεις πάνω στη χρέωση της μεταφοράς χειραποσκευών από 5%-15%. Επίσης, εξακολουθούν να ισχύουν εκπτώσεις έως 50% για παιδιά ηλικίας 4-12 ετών, καθώς και για μαθητές και φοιτητές, ενώ τέλος θα παρέχονται εκπτώσεις 30% σε όσους επιβάτες διακινούνται από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, με σκοπό να διευρυνθεί η τουριστική περίοδος. Πέραν των οικονομικών κινήτρων θα καθιερωθούν κανόνες σειράς προτεραιότητας στα κρουαζιερόπλοια, ενώ ακόμα θα αυξηθούν οι θέσεις πρόσδεσης κρουαζιερόπλοιων στο λιμάνι του Πειραιά σε 11 μέσα στο 2012 και σε 17 μετά από την δημιουργία του νέου λιμανιού κρουαζιερόπλοιων.
Εν κατακλείδι, ο θαλάσσιος τουρισμός είναι ένας κλάδος στην ανάπτυξη του οποίου θα πρέπει η Ελλάδα να δώσει προτεραιότητα για όλους του λόγους που προαναφέρθηκαν. Όμως όλες οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν, όπως είναι η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων, των εισφορών , των τελών, η δημιουργία υποδομών, η εκπαίδευση, η καλύτερη προσφορά υπηρεσιών, η ύπαρξη συνδυασμένων μεταφορών (καλύτερη εξυπηρέτηση τουριστών), η στοχευμένη προβολή του ελληνικού θαλάσσιου τουρισμού και άλλα, θα πρέπει να γίνουν συνδυασμένα, σαν ενέργειες αλληλεξαρτώμενες η μία από την άλλη. Διαφορετικά, ενώ μπορεί να δίνεται κάποιο κίνητρο, όταν δεν αλλάζει τίποτα από παράγοντες που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα, η κατάσταση θα συνεχίσει να είναι η ίδια και πάλι κάποιοι θα αναρωτιούνται γιατί δεν έχει αλλάξει τίποτα!
Οψόμεθα! 








Τα 3Π <Πράσινος Τουρισμός-Πράσινη Ανάπτυξη-Πράσινη Συνείδηση>


Σε μία περίοδο όπου διανύουμε μία έντονη κρίση οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μάλλον δεν βρίσκεται το περιβάλλον. Ωστόσο θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι όλα από εκεί ξεκινάνε και όλα εκεί καταλήγουν. Το περιβάλλον είναι αυτό που μας θρέφει και που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία βιώσιμη ή μη κατάσταση και ανάπτυξη. Και εξάλλου αν δεν το προσέξεις, θα σε εκδικηθεί, όπως παρατηρούμε σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια με τις διάφορες φυσικές καταστροφές.
Το υψηλό βιοτικό επίπεδο το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να αποκτήσουν, σημαίνει αυξανόμενη παραγωγή και κατανάλωση αγαθών, αγνοώντας όμως ή αδιαφορώντας για την περιβαλλοντική διάσταση του θέματος που σημαίνει ρύπανση εδάφους νερού και αέρα, καθώς και κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας και πρώτων υλών.  
Το μοντέλο ανάπτυξης που έχουν υιοθετήσει οι περισσότερες οικονομίες του πλανήτη που βασίζεται στην υπερκατανάλωση αγαθών  και την αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων, είναι αυτό που έχει δημιουργήσει  την οικονομική-κοινωνική κρίση, καθώς και τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Εν ολίγοις, ακολουθούμε, ειδικά ο δυτικός κόσμος, ένα μοντέλο μη βιώσιμης ανάπτυξης, που όμως απ’ ότι φαίνεται δεν μπορεί να αποδώσει πια. Η πράσινη ανάπτυξη και η πράσινη οικονομία ίσως να είναι η μόνη διέξοδος από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τα περιβαλλοντικά προβλήματα.
Μέχρι σήμερα λοιπόν ακολουθούμε ένα λάθος δρόμο ξοδεύοντας τα αποθέματά μας, θεωρώντας ότι αυτά είναι ανεξάντλητα. Δεν χρειάζεται να επιλέξει κανείς ανάμεσα στην οικονομία και στο περιβάλλον, καθώς αυτά είναι αλληλένδετα. Τα βιολογικά συστήματα που στηρίζουν την παγκόσμια οικονομία είναι οι καλλιέργειες, τα δάση και οι αγροί, τα οποία και προμηθεύουν την παγκόσμια οικονομία με πρώτες ύλες. Σε αυτά προστίθενται τα καύσιμα και τα αλιεύματα. Όλα αυτά μαζί αποτελούν την βάση της οικονομίας και σε αυτά στηρίζεται η κάθε οικονομική δραστηριότητα και οι περισσότερες θέσεις εργασίας. Από αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι η οικονομία εξαρτάται απόλυτα από το περιβάλλον. Η πράσινη οικονομία στηρίζεται στην βιωσιμότητα και στην αειφορία και για την ανάπτυξή της χρειάζονται επιχειρηματικά κίνητρα, ιδιωτικό κεφάλαιο και οι κατάλληλες κυβερνητικές πολιτικές. Η Ελλάδα, όσον αφορά την πράσινη ανάπτυξη, έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς έχει γόνιμο φυσικό περιβάλλον πολύ καλή γεωγραφική θέση και κλίμα με μεγάλη ηλιοφάνεια που εκτός από πόλο έλξης τουριστών, αποτελεί και μέσον παραγωγής ενέργειας.
Βρισκόμαστε στο προοίμιο της τρίτης μεγάλης επανάστασης, της μετάβασης στη βιώσιμη κοινωνία. Η βιομηχανική επανάσταση οδήγησε στο καπιταλιστικό πρότυπο ανάπτυξης. Τότε υπήρχε μικρή διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και αφθονία φυσικών πόρων. Τώρα υπάρχει υπερπροσφορά εργατικού δυναμικού ενώ αντιμετωπίζονται προβλήματα εξάντλησης αποθεμάτων των φυσικών πόρων. Φυσικά το μοντέλο αυτό δεν γίνεται να αντιστραφεί από τη μία στιγμή στην άλλη, όμως η κατάσταση μας δείχνει ότι πρέπει να στραφούμε σε μία πιο πράσινη ανάπτυξη.  Ο επιστημονικός σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης Ντέιβιντ Κινγκ είχε πει ότι «Αν δεν ληφθούν βασικά μέτρα η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει οικονομική καθίζηση που δεν έχει προηγούμενο από την εποχή της μεγάλης κρίσης (1929-1932) και των δύο παγκοσμίων πολέμων». Και απ’ ότι φαίνεται μάλλον είχε δίκιο.. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί και η κατάρρευση κολοσσών και προτύπων του καπιταλισμού όπως η “Lehman Brothers” και η “General Motors” που οδήγησε σε βαθύτατη οικονομική κρίση και σε απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.
Έχει επενδυθεί μεγάλο κεφάλαιο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την πράσινη ανάπτυξη  στο διάστημα 2007-2013, που σαν στόχο έχει την βιώσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την καταπολέμηση  της κλιματικής αλλαγής. Η παγκόσμια αγορά  για περιβαλλοντικά προϊόντα αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2020 και οι τομείς στους οποίους θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο κατασκευαστικός-οικοδομικός κλάδος, οι μεταφορές και οι συγκοινωνίες, η γεωργία και η δασοκομία.
Στην Ελλάδα, κύριους πυλώνες της οικονομίας μας αποτελούν η ναυτιλία και ο τουρισμός. Ο τουρισμός μας κυρίως στηρίζεται στο μοντέλο του μαζικού τουρισμού των 3S (Sun, Sand, Sea)  το οποίο όμως έχει υπερκορεστεί, δημιουργώντας έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα, καθώς η ανάπτυξή του συνοδεύεται από την αλόγιστη κατανάλωση των πόρων , καταστρέφοντας περιβαλλοντικά πολλούς τουριστικούς προορισμούς στον βωμό του χρήματος και της υποτιθέμενης ανάπτυξης.  Φαίνεται λοιπόν καθαρά πια η ανάγκη να στραφούμε και σε πιο ήπιες μορφές τουριστικής ανάπτυξης με σεβασμό στο περιβάλλον. 
Ο Πράσινος τουρισμός ή οικοτουρισμός συνδέεται με την ήπια τουριστική ανάπτυξη, το σεβασμό στο περιβάλλον και την βιώσιμη ανάπτυξη. Μία τέτοιας μορφής ανάπτυξη εναρμονίζεται με τις εθνικές, τοπικές, οικονομικές, πολιτισμικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες ενός τόπου, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη και κίνητρο για την παραμονή του πληθυσμού στον τόπο τους ή αντίστροφα  αποτελεί και λόγο για αποκέντρωση.
Ένα προσεγμένο περιβάλλον είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ποιοτικές διακοπές. Μπορεί οι προορισμοί που αναπτύσσουν οικοτουριστικές δραστηριότητες να μην είναι οι πιο γνωστοί ή να μην συγκεντρώνουν πληθώρα τουριστών, ωστόσο πλέον αρκετοί τουριστικοί οργανισμοί προωθούν τέτοιους προορισμούς και για μεγαλύτερη διάρκεια διακοπών, ενώ δείχνουν και μία ευαισθητοποίηση στο περιβάλλον. Αυτό οφείλεται βέβαια και στο ότι έχουν διαφοροποιηθεί οι προτιμήσεις των καταναλωτών με αποτέλεσμα και οι τουριστικοί οργανισμοί να θέλουν να εμπλουτίσουν το προϊόν τους. Όπως και να ‘χει όμως, είναι κάτι θετικό ως προς την ευαισθητοποίηση των πολιτών στα περιβαλλοντικά θέματα.     
Σημαντικό είναι να καταλάβουν κάποιοι επιχειρηματίες ότι δεν είναι ανάγκη να καταστρέψεις ένα τοπίο  για να βγάλεις χρήματα, για παράδειγμα μέσα από την ανέγερση ενός μεγάλου ξενοδοχείου, αλλά μπορείς να διατηρήσεις την φυσική ομορφιά του αναπτύσσοντας οικοτουριστικές  δραστηριότητες, όπως “bird watching” (παρακολούθηση πτηνών) ή οτιδήποτε άλλο προσφέρεται από τη φύση. Ωστόσο, ακόμα και οι ήπιες αυτές δραστηριότητες πρέπει να γίνονται με κάποιο έλεγχο, καθώς ακόμα και μικρές ομάδες τουριστών μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα σε ευαίσθητες οικολογικά περιοχές και στην άγρια πανίδα και χλωρίδα, όπως συμβαίνει με τις χελώνες “Careta-Careta” στην Ζάκυνθο, με σπάνια  πτηνά σε περιοχές που προσφέρονται για “bird watching  και άλλα. Για αυτό και οι οικοτουριστικές δραστηριότητες πρέπει να σχεδιαστούν πολύ προσεκτικά και η πορεία τους  να παρακολουθείται και από τοπικούς φορείς ώστε να αναδειχθεί αλλά και να προστατευτεί το φυσικό περιβάλλον.
Ένας ανασταλτικός παράγοντας βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει ακόμα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του πράσινου τουρισμού ώστε να ρυθμίζονται και ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και των υποδομών για την οικολογική ανάπτυξη.
Τα 3Π < Πράσινος Τουρισμός, Πράσινη Ανάπτυξη και Πράσινη συνείδηση> πρέπει να βαδίζουν χέρι-χέρι. Προϋπόθεση βέβαια για πράσινη ανάπτυξη και τουρισμό αποτελεί η ύπαρξη πράσινης συνείδησης. Κάτι που συγκεκριμένα στην Ελλάδα βρίσκεται σε βρεφικό στάδιο. Αυτό οφείλεται φυσικά και στα ίδια τα άτομα, αλλά κυρίως στις πολιτικές που εφαρμόζονται, στον μιμητισμό και στον «ωχαδερφισμό». Πράσινη συνείδηση σημαίνει σέβομαι το περιβάλλον σαν να είναι το σπίτι μου και κάνω ότι μπορώ για να το διατηρήσω καθαρό και βιώσιμο. Υπάρχει γενικά μία άγνοια ή απάθεια,  όσον αφορά τις συνέπειες της υπερκατανάλωσης πόρων , της σωστής διαχείρισης των απορριμμάτων στερεών και υγρών αλλά και της ανακύκλωσης. Η συνείδηση είναι κάτι που καλλιεργείται, δεν αποκτάται ξαφνικά. 
 Έτσι λοιπόν,  η αλλαγή του τρόπου παραγωγής ενέργειας ή η κατανάλωση περισσότερων οικολογικών προϊόντων ή η αγορά υβριδικών αυτοκινήτων, η αλλαγή των τουριστικών προτιμήσεων και πολλά άλλα, μπορεί μεν να βελτιώσει την κατάσταση αλλά δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα. Το πρόβλημα για να λυθεί χρειάζεται συνείδηση. Δηλαδή ουσιαστικά αλλαγή του τρόπου ζωής μας, των προτύπων μας και των «αναγκών» μας και στροφή σε μία πιο ανθρώπινη ζωή όπου θα κυριαρχεί η ισορροπία στην σχέση του ανθρώπου με την φύση. Οι υποτιθέμενες ανάγκες μας θα πρέπει να αντικατασταθούν από άλλες πιο ουσιαστικές και πιο απλές και μέσα από αυτές θα αλλάξει και η αντίληψη του ανθρώπου για την ζωή και το τι είναι σημαντικό και τι όχι..       








Η Χίος και τα εσπεριδοριδή-Το παράδειγμα του πολυχώρου "Citrus Memories"


Η ιστορία των εσπεριδοειδών ξεκίνησε από τους Γενοβέζους κατακτητές (1348-1566). Όταν διαπίστωσαν ότι αυτά τα δέντρα μπορούν να ευδοκιμήσουν και στη Χίο, ξεκίνησαν την εισαγωγή τους από την Ιταλία ενώ αργότερα άρχισε και η εισαγωγή τους από τις χώρες της Βορείου Αφρικής. Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών συνεχίστηκε και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Εξαγωγές τους γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Μαύρη θάλασσα, στην Σμύρνη, στην Αίγυπτο και αλλού.
Τα εσπεριδοειδή ή αλλιώς τα «χρυσά μήλα των εσπερίδων» όπως τα αποκαλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, αποτελούσαν ουσιαστικά είδος πολυτελείας καθώς η καλλιέργειά τους ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή. Το 1900, το κάθε πορτοκάλι τυλιγόταν σε χαρτί τυπωμένο με χρυσό χρώμα με την ετικέτα "Αναστασάκης" και ταξίδευε από τη Χίο στη Ρωσία. Για να το απολαύσει κάποιος έπρεπε να δουλέψει 15 μέρες για να το πληρώσει. Εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, πορτοκάλι: φρούτο ή κόσμημα;
Μέχρι το 1780, η Χίος βρισκόταν σε πλήρη οικονομική άνθηση και οι πλούσιοι έμποροι και εφοπλιστές Χιώτες επέλεξαν την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών για τον Κάμπο καθώς τα δέντρα αυτά είναι ιδανικά για διακόσμηση, πέραν του ότι απέφεραν και μεγάλες οικονομικές αποδόσεις.
Η σφαγή από τους Τούρκους το 1822, ο παγετός του 1850 και ο σεισμός του 1881 έπληξαν σοβαρά τις εμπορικές δραστηριότητες του νησιού, ενώ πολλοί Χιώτες εγκατέλειψαν το νησί. Λίγοι παρέμειναν και άλλοι παραχώρησαν τα κτήματά τους στους επιστάτες τους. Όλοι αυτοί έκαναν τα εσπεριδοειδή μια πρωτοπόρα καλλιέργεια που χρησιμοποίησε τις γνωστές διασυνδέσεις των εμπόρων της Χίου και οδήγησε σε πολύ κερδοφόρες εξαγωγές κυρίως προς τη Ρωσία, χαρακτηρίζοντας την περίοδο 1880 - 1940 ως τη χρυσή εποχή των εσπεριδοειδών. Από τα μέσα του 20ου αιώνα ελαττώθηκε η παραγωγή τους και από το 1980 και μετά σταμάτησε και η εξαγωγή τους στο εξωτερικό.
Σήμερα ο Κάμπος έχει χαρακτηριστεί Ιστορικός Τόπος από το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και παραμένει μια σημαντική αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά περιοχή, όπου καλλιεργούνται ακόμη τα εσπεριδοειδή σε συνάρτηση και με άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο, η περιοχή έχει χάσει την παλιά της αίγλη, οικοπεδοποιείται βαθμιαία και τα εσπεριδοειδή χρησιμεύουν ως διακοσμητικά.

Φτάνοντας λοιπόν στην εικόνα του σήμερα, θα επιχειρήσω μία εκ νέου προσέγγιση, αυτής της τόσο μαγικής περιοχής, που είναι κρίμα να μένει αναξιοποίητη, με την βοήθεια των Βαγγέλη Ξύδα και Γιώργου Πλακωτάρη, ιδιοκτητών του πολυχώρου Citrus Memories που βρίσκεται στον Κάμπο. Οι παραπάνω αναφερόμενοι, είναι δύο πολύ αξιόλογοι άνθρωποι, οι οποίοι κάνουν μία προσπάθειανα αναδείξουν λίγο από τον πλούτο της περιοχής του Κάμπου και να μυήσουν τον κόσμο στη μαγεία του. Το Citrus Memories είναι ένας πολυχώρος ο οποίος βρίσκεται μέσα σε ένα αρχοντικό στον Κάμπο, που περιβάλλεται από εσπεριδοειδή. Ο πολυχώρος αυτός περιλαμβάνει το μουσείο εσπεριδοειδών της Χίου, ένα από τα τρία παρόμοια μουσεία σε ολόκληρο τον κόσμο, που δημιουργήθηκε το 2008, με σκοπό να αναδείξει τα τοπικά προϊόντα αλλά και την ιστορία του εμπορίου των εσπεριδοειδών από το 1500 μέχρι και σήμερα, στη Χίο.

Ένα μέρος του αρχοντικού που λειτουργούσε εδώ και χρόνια ως παραδοσιακός ξενώνας, τώρα χρησιμοποιείται ως κατοικία, ένα άλλο λειτουργεί ως καφενείο όπου ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει τον καφέ του ή το γλυκό του ανάμεσα στις υπέροχες μυρωδιές των εσπεριδοειδών, ενώ το κτήμα περιλαμβάνει και εργαστήρι παρασκευής παραδοσιακών γλυκών και άλλων τοπικών προϊόντων που ως κύριο συστατικό τους έχουν τα εσπεριδοειδή.Θέλοντας να εμπλουτίσουν το προϊόν που προσφέρουν, οι ιδιοκτήτες του Citrus Memories διοργανώνουν από το 2010 εκδηλώσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσα στο κτήμα. Οι εκδηλώσεις αυτές ποικίλλουν και περιλαμβάνουν από εκπαιδευτικά προγράμματα για τα παιδιά μέχρι εκθέσεις φωτογραφίας και συναυλίες. Επιπλέον, καθημερινά γίνονται ξεναγήσεις στο κτήμα, σε όσους το επιθυμούν.

Το κτήμα αυτό είναι ένα από τα λίγα που είναι ανοιχτό στο κοινό, όπου μπορεί δηλαδή να μπει οποιοσδήποτε και να περιηγηθεί μέσα σε αυτό όπως μου λέει ο κ. Ξύδας ενώ μου εξηγεί την φιλοσοφία του Κάμπου. Ο Κάμπος όπως μου αναφέρει, «αποτελεί σκηνικό μίας πανάκριβης παράστασης όπου πλέον έχουν φύγει οι πρωταγωνιστές». Εννοώντας, ότι στο παρελθόν, βρισκόταν στα χέρια πλούσιων εμπόρων, οι οποίοι ήθελαν να αποτελεί κάτι κλειστό και πολυτελές, που εξυπηρετούσε στην φιλοξενία φίλων στις διακοπές. «Είχε την φιλοσοφία του κότερου». Μπορεί οι τόσο ψηλοί τοίχοι να δημιουργήθηκαν για την προστασία των εσπεριδοειδών αρχικά, ωστόσο τελικά, εξυπηρέτησαν και άλλους σκοπούς άγνωστους για το ευρύ κοινό. Ο Κάμπος και τα αρχοντικά του λοιπόν, εκτός από την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών, χρησίμευε και ως ένα μέρος πριβέ διακοπών των ιδιοκτητών με τους φίλους τους. Με την πάροδο των χρόνων, οι πρωταγωνιστές έφυγαν, τα κτήματα άλλαξαν χέρια, οι εξαγωγές σταμάτησαν και η περιοχή υποβαθμίστηκε. Σε αυτό συνετέλεσε και η δημιουργία του αεροδρομίου, κατά την περίοδο της χούντας, για την κατασκευή του οποίου απαλλοτριώθηκε περίπου το 1/3 του Κάμπου.
Το θέμα όμως πάντα είναι τώρα τι γίνεται...
Όσον αφορά την αξιοποίηση των εσπεριδοειδών, υπάρχει ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Εσπεριδοκαλλιεργητών Χίου, ο οποίος ιδρύθηκε το 1985, μέσα από την συγχώνευση τεσσάρων συνεταιρισμών και έχει περίπου 300 εσπεριδοκαλλιεργητές ως μέλη. Ο Α.Σ.Ε. Χίου έχει σήμερα δύο ξεχωριστές μονάδες παραγωγής : την μεταποίηση και την παρασκευή χυμών και την εμφιάλωση αναψυκτικών. Στη σύγχρονη γραμμή εμφιάλωσης παράγονται ζαχαρούχοι χυμοί και αναψυκτικά με ή χωρίς ανθρακικό με την εμπορική ονομασία «Κάμπος».
Επιπλέον, η εταιρία «Χυμοί Χίου Α.Ε.» ξεκίνησε την δράση της εδώ και περίπου δύο χρόνια και παράγει τους πλέον αρκετά γνωστούς χυμούς «Κάμπος Χίου» που γίνονται από διάφορα εσπεριδοειδή, κυρίως μανταρίνι, πορτοκάλι και λεμόνι.
Ακόμα, παράγονται τοπικά γλυκά που ως βάση τους έχουν τα εσπεριδοειδή, από ιδιώτες παραγωγούς.

Ωστόσο όλα αυτά δεν επαρκούν για να δώσουν στην περιοχή την «ανάταση» που της χρειάζεται. Κι εδώ έρχονται οι δύο αυτοί άνθρωποι να μου δώσουν κάποιες ιδέες.
Τα εσπεριδοειδή όπως μου λένε είναι προϊόντα πολιτισμού. Το ίδιο το προϊόν είναι εξωστρεφές, από την στιγμή που τόσα χρόνια οι κάτοικοι ζούσαν με τις εξαγωγές. Αυτός είναι και ένας λόγος που και οι ίδιοι ονόμασαν τον πολυχώρο αυτό Citrus (εσπεριδοειδές), για να μπορεί να γίνεται αντιληπτή από όλους η σημασία του. Τα εσπεριδοειδή της Χίου λοιπόν, λόγω του μεγάλου κόστους της καλλιέργειάς τους, και τελικά της αυξημένης τελικής τιμής του προϊόντος, θα έπρεπε να πωλούνται ως προϊόντα πολυτελείας, όπως για παράδειγμα η μαστίχα και όχι να προσπαθούν να ανταγωνιστούν άλλα αντίστοιχα προϊόντα, των οποίων η παραγωγή είναι κατά πολύ φθηνότερη. Μία άλλη ιδέα είναι να δημιουργηθεί ένα ανοικτό μουσείο εσπεριδοειδών, για την δημιουργία του οποίου βέβαια απαιτείται η συνεργασία και άλλων ιδιοκτητών περιβολιών, οι οποίοι θα δεχτούν να τα «ανοίξουν» στο ευρύ κοινό για να μπορέσει πλέον να δημιουργηθεί και ένα «προϊόν».

Σκοπός, κατά την άποψη του κ. Ξύδα, είναι να σπάσει η σιωπή του Κάμπου. Μέσα από την δημιουργία ενός ανοικτού-θεματικού μουσείου εσπεριδοειδών, θα μπορούσε ο κόσμος πραγματικά να μυηθεί στην μαγεία αυτού του τόπου πρώτον, και δεύτερον αυτό θα βοηθούσε το νησί να αποκτήσει ένα «προϊόν» αποκλειστικά και μόνο δικό του.
Μία ακόμα ιδέα κατά τον κ Πλακωτάρη, είναι να διοργανωθεί μία γιορτή ανθέων την περίοδο του Πάσχα, όποτε και ανθίζουν οι μανταρινιές, κάτι που θα δημιουργήσει ένα ακόμα κίνητρο στους τουρίστες να επισκεφτούν το νησί, εκτός από τον γνωστό σε πολλούς ρουκετοπόλεμο.
Τα κτήματα του Κάμπου, είναι κτήματα ζωντανά που παρήκμασαν με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο έχει έρθει η ώρα και η ανάγκη, για να παραμείνουν «ζωντανά» να αξιοποιηθούν. Μία πρώτη προσπάθεια ιδιαίτερα αξιόλογη, γίνεται από τους προαναφερθέντες, όμως δεν αρκεί αυτό για την δημιουργία ενός «τουριστικού προϊόντος». Απαιτούνται συνεργασίες από ανθρώπους που αγαπούν τον Κάμπο και το νησί. Απαιτούνται επίσης συνεργασίες από τον Δήμο της Χίου και από άλλους φορείς οι οποίοι ήδη έχουν προωθήσει άλλα προϊόντα της Χίου. Σε κάθε περίπτωση πρέπει, για να πάρει μορφή κάτι τέτοιο, να γίνει με συνεργασίες και όχι με ανταγωνισμό.
Είναι άξιο θαυμασμού το ότι υπάρχει η ιδιωτική πρωτοβουλία και μας δίνεται η δυνατότητα να απολαμβάνουμε έστω και ένα κομματάκι από μία τόσο μεγάλη ιστορία, όπως είναι αυτή του Κάμπου.
Ήρθε η ώρα όμως να αποχαιρετίσω τους συνομιλητές μου, να απολαύσω το γλυκό περγαμόντο που μου προσφέρθηκε και να πιω τον καφέ μου στην υγειά σας, κάτω από την δροσιά των δέντρων του περιβολιού!